Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

«Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου»

«Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου»

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ
S​​​​mall city with big hearts»
Πέντε λέξεις της οικουμενικής κοινής μέσα σε μια ζωγραφισμένη καρδιά. Γύρω από την καρδιά, ονοματεπώνυμα στα αγγλικά και τα αραβικά, και υπογραφές: Issa Al Khedar, Rizan Youssef, κάποια δυσανάγνωστα. Στην κορυφή του χαρτιού, σαν όνομα παραλήπτη: Trikala. Και κάτω από την καρδιά, η επιστολή. Στα αγγλικά. Που, όπως γράφει ο αποστολέας της (και όπως το μετέφρασαν στον Δήμο Τρικκαίων), «δεν είναι αρκετά καλά, ώστε να περιγράψει τις όμορφες στιγμές με τους αγαπημένους ανθρώπους από την πόλη των Τρικάλων».
Εχει προλάβει, άλλωστε, να σημειώσει λίγο πριν ο επιστολογράφος, ο Ισα αλ Κχεντάρ, ότι «καμία γλώσσα στον κόσμο δεν μπορεί να περιγράψει την καλοσύνη των ανθρώπων εδώ στα Τρίκαλα».


Η καλοσύνη των ανθρώπων. Ετσι απλά. Κι έτσι πλούσια. Οι πρόσφυγες (Σύροι; Ιρακινοί; Αφγανοί; Τι σημασία έχει; Κοινή πατρίδα τους τώρα είναι ο δρόμος, η ξενιτιά) βρέθηκαν απολύτως τυχαία στα Τρίκαλα. Ηταν ένας ολιγοήμερος σταθμός στην Οδύσσειά τους, που ξεκινάει χερσαία (στα βουνά και στους κάμπους της Ασίας), συνεχίζεται θαλάσσια, στο Αιγαίο, και ξαναγίνεται χερσαία, βαλκανική, κεντροευρωπαϊκή, βορειοευρωπαϊκή. Στην πόλη της Θεσσαλίας βρήκαν αυτό που πιθανόν θα δώριζαν και οι ίδιοι, αν αντάμωναν ανθρώπους πεσμένους στην τωρινή δική τους μοίρα: αγάπη. Δυο λόγια παρηγοριάς και εγκαρδίωσης και πολλές χειρονομίες για να ξεπεραστεί το φράγμα της γλώσσας και να φανεί ο μέσα πλούτος, φαγητό, ένα μπάνιο, ένα ασφαλισμένο μέρος για να κοιμηθούν σχετικά ήσυχοι δυο-τρία βράδια και να δοθούν στο όνειρό τους – που κοντεύει να καταντήσει βραχνάς, αν δεν έγινε ήδη για πολλούς από αυτούς.

Η επιστολή που άφησαν, φεύγοντας για την Ειδομένη, τον πρώτο φράχτη που εμποδίζει την άνοδο των μυρίων προς τις χώρες όπου θα ’θελαν να τελειώσει η εξουθενωτική περιπλάνησή τους, ήταν το αντίδωρό τους. Αντίδωρο πολύτιμο σαν δέκα Νομπέλ: «Σταματήσαμε σ’ αυτήν την όμορφη πόλη για λίγες μέρες. Θέλω να ευχαριστήσω τους ανθρώπους αυτής της πόλης για την καλοσύνη τους. Μας καλωσόρισαν.

Αισθανόμασταν σαν να ήμαστε με τις οικογένειές μας. Περάσαμε όμορφες στιγμές με τους ανθρώπους εδώ. Είμαι σίγουρος ότι οι άνθρωποι εδώ είναι άγγελοι. Ηταν καλύτεροι και από τους γονείς μας». Υπερβολή;

Ας μην το δώσει ο Θεός, όποιος Θεός, να βρεθούμε στη μοίρα τους. Γιατί τότε και η δική μας γλώσσα θα ’νιωθε τη βαθιά ανάγκη να χρησιμοποιήσει τέτοιες «υπερβολές» για να ευχαριστήσει όσους θα μας έδειχναν καλοσύνη.

Ας μη βιαστούμε να συμπεράνουμε (ξαναμπλέκοντας στο παιχνίδι της θρησκευτικής ανωτερότητας) πως ήταν η χριστιανική τους πίστη, η μνήμη της εντολής της αγάπης και του «Δος μοι τούτον τον ξένον...», εκείνη που παρακίνησε τους Τρικαλινούς να φερθούν φιλόξενα, ανθρώπινα. Υπάρχουν στον τόπο μας αρκετοί κατά δήλωση και κατά ρουτίνα χριστιανοί που έχουν φερθεί σκαιότατα στους ταλανιζόμενους πρόσφυγες, εκμεταλλευόμενοι ληστρικά τσακισμένους ανθρώπους. Και ανάμεσα στους κήρυκες της αδιαφορίας ή και της μισαλλοδοξίας περιλαμβάνονται εξέχουσες κεφαλές της Εκκλησίας. Οσο για την Ευρώπη του παροξυσμικού εθνικισμού και της συστηματικά καλλιεργούμενης ισλαμοφοβίας, χριστιανοί (ορθόδοξοι, καθολικοί, προτεστάντες) είναι όσοι υψώνουν τείχη με πέτρες ή με λόγια.

Σίγουρα κάποιοι από τους Τρικαλινούς (ή τους Κοζανίτες, τους Λέσβιους, τους Σαμιώτες, τους Πειραιώτες, τους Αθηναίους...) θα έδειξαν την αγάπη τους επειδή τον χριστιανισμό τους τον ζουν· δεν τον έχουν απλώς σαν μια κυριακάτικη φορεσιά, που τη βάζουν όταν πηγαίνουν να εκκλησιαστούν, για να τους δουν και να τους παινέψουν. Επίσης, σίγουρο πρέπει να θεωρήσουμε ότι κάποιοι άλλοι λειτούργησαν αυθόρμητα, ακολουθώντας την κατηγορική επιταγή της συνείδησής τους, δίχως θρησκευτικές μεσολαβήσεις. Ανάμεσά τους και όσοι κληρονόμησαν από τους δικούς τους μια τεράστια περιουσία: την κουλτούρα της αλληλεγγύης και της προσφοράς, όχι του λύκου του μονιά. Είναι φορές που η ιδεολογία μετράει. Οταν είναι ταυτόσημη του ιδεαλισμού σ’ έναν κόσμο αφόρητα πραγματιστικό και ωφελιμιστικό.

Ας μη βιαστούμε, επίσης, να ισχυριστούμε, πέφτοντας άλλη μία φορά στην παγίδα της φυλετικής αυτοκολακείας, πως η φιλότιμη και φιλόξενη συμπεριφορά στη μία ή την άλλη πόλη ήταν απόρροια του γονιδιακού μας κλήρου, του γεγονότος δηλαδή ότι είμαστε Ελληνες, άρα και σεβαστικοί ακόλουθοι του Ξενίου Διός. Ελληνες, ελληνότατοι, είναι και οι δήμαρχοι σε διάφορες περιοχές της χώρας που από ψηφανασφάλεια υιοθετούν το δόγμα «μακριά από την πόρτα μας κι ας είναι και στου γείτονα». Ελληνες όσοι καρφώνουν γουρουνοκεφαλές (και δίπλα τους έναν ατιμαζόμενο σταυρό) στην περίφραξη κέντρων φιλοξενίας προσφύγων.

Ελληνες όσοι κηρύσσουν από τον εκκλησιαστικό ή τον δημοσιογραφικό τους άμβωνα ότι οι πρόσφυγες είναι κατά 30% δειλοί που δεν έμειναν στην πατρίδα τους να πολεμήσουν, κατά ένα άλλο 30% κάτι τύποι που μπήκαν από ανία στην ξεκούραστη μόδα του ξενιτεμού, και κατά 40% μεταμφιεσμένοι τζιχαντιστές, πιόνια σ’ ένα σατανικό σχέδιο σταδιακού ή και βίαιου εξισλαμισμού της Ευρώπης· με πρώτο «θύμα» την Ελλάδα και κορυφαίο στόχο να εκπορθήσουν επιτέλους τη Βιέννη, μπροστά στα τείχη της οποίας αναχαιτίστηκαν στο μακρινό παρελθόν. Ελληνες κι όσοι αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες σαν ράτσα παρακατιανή, μόλις εξανθρωπισθείσα, άρα μη αφομοιώσιμη. Ελληνες κι όσοι ονειρεύονται βίαιες επαναπροωθήσεις και τιμωρητικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, πιθανόν με υποχρεωτικά εντατικά μαθήματα εκχριστιανισμού. Και, παρεμπιπτόντως, μαζί με τους Ελληνες εθελοντές δουλεύουν νυχθημερόν και πολλοί Σουηδοί, Ιταλοί, Αμερικανοί, Αγγλοι, Γάλλοι, Ελβετοί, Ισπανοί, Κορεάτες – κι ας μην είναι ευλογημένοι από τον Θεό και προικισμένοι με τα δικά μας φιλόξενα γονίδια.

Στους Ελληνες εξ Ελλήνων και χριστιανούς εκ χριστιανών, αλλά και στους Ευρωπαίους συνολικά του «ανώτερου πολιτισμού» και των «αξιών», που είτε αδιαφορούν παγερά είτε σπέρνουν το μίσος, θα σκεφτόμουν ν’ αφιερώσω ένα σημαδιακό ποίημα του Κωστή Παλαμά, από τη συλλογή του «Ο κύκλος των τετράστιχων (1929): 

«Στην αργατιά, στη χωρατιά το χιόνι, η γρίπη, η πείνα, οι λύκοι, 
 ποτάμια, πέλαγα, στεριές, ξολοθρεμός και φρίκη. 
Χειμώνας άγριος. Κι η φωτιά, καλοκαιριά στην κάμαρά μου. 
 Ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου». 

Μια τέτοια αφιέρωση όμως θα αδικούσε τον ποιητή, γιατί το ποίημά του θα σκόνταφτε και θα τσακιζόταν πάνω στον σαρκασμό των στεγνόψυχων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου