Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Αγανάκτηση και πατριδοκαπηλεία

Αγανάκτηση και πατριδοκαπηλεία
Θωμάς Ψήμμας
ΕUROKINISSI / ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ
Θεωρώ ανάξια λόγου οποιαδήποτε διαλεκτική αντιπαράθεση με την αντικυβερνητική μανία του ΣΚΑΙ και την οπορτουνιστική πατριδοκαπηλεία της «φιλελεύθερης» ΝΔ, καθώς αμφότεροι πολιτικοποίησαν με χυδαίο τρόπο («να πέσει όπως-όπως η κυβέρνηση») μια απολιτίκ (ως προς έναν συνεκτικό προγραμματικό στόχο) συγκέντρωση. Η εικόνα του αυτοεξευτελιζόμενου Μίκη Θεοδωράκη να γίνεται viral από τους πάλαι ποτέ βασανιστές του και διαχρονικούς βασανιστές κάθε «άλλου» αρκεί για να επισημάνει τα τέρατα που γεννά ή αναβιώνει η ευκαιριακή απενοχοποίηση της εθνικιστικής, παρελθοντολαγνικής πρόσληψης της «πατρίδας».
Θα ήθελα, όμως, να ασκήσω κριτική στην καταδίκη των συγκεντρώσεων από μερίδα του «κεντρώου χώρου» με το επιχείρημα ότι επρόκειτο για sequel των «Αγανακτισμένων». Το επιχείρημα αυτό εκκινεί από μια εκ του πονηρού μεθοδολογική σύγχυση, ότι δηλαδή μια παρόμοια διαδικασία αυτομάτως εδράζεται σε παρόμοια αιτήματα και αναπόδραστα οδηγεί σε παρόμοια αποτελέσματα. Η αλληλουχία αυτής της σκέψης, ωστόσο, διακόπτεται, καθώς οι δύο μαζικές συγκεντρώσεις («πλατείες»-«συλλαλητήρια») κινητοποιήθηκαν από διαφορετικές αφορμές (Μνημόνιο-Μακεδονικό) και προσέλαβαν εν πολλοίς διακριτό περιεχόμενο. Στις «πλατείες» συνυπήρξαν ριζοσπαστικά, προοδευτικά αιτήματα (π.χ. αμφισβήτηση της μετα-δημοκρατίας, της ιδιωτικοποίησης της δημόσιας σφαίρας και της αποδόμησης του κοινωνικού κράτους) με συντηρητικά, εθνικιστικά προτάγματα (αντικοινοβουλευτισμός, εθνική κυριαρχία υπό τη σκέπη ενός ηγέτη-«πατερούλη»), μέχρι και νεοναζιστικά στοιχεία. Στα συλλαλητήρια για το «Μακεδονικό» (τόσο το 1992 όσο και το 2018) το περιεχόμενο είναι αμιγώς συντηρητικό, καθώς η αυτοδικαίωση της εθνικής ταυτότητας («αγάπη για την πατρίδα») περιστρέφεται μισαλλόδοξα γύρω από ένα «πουκάμισο αδειανό», το όνομα της γειτονικής χώρας. Την ίδια στιγμή που οι αμύντορες της «εθνικής κυριαρχίας» υψώνουν την παντιέρα, εμμένοντας στην –κατά Hobsbawm- πολιτισμική διάσταση του «έθνους», απέχουν από κάθε ζήτημα εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, το οποίο ενέχει πολιτικό (υποβάθμιση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας με πολυνομοσχέδια-εξπρές) και κοινωνικό νόημα (απαξίωση της δημόσιας περιουσίας και των κοινών αγαθών).
Ως προς τα αποτελέσματα των δύο παραπάνω μαζικών «στιγμών» στην Ελλάδα της «κρίσης», οι «πλατείες» μπορεί να επισφράγισαν την εκκόλαψη του αυγού του φιδιού, αλλά κατά κύριο λόγο έθεσαν την ιδεολογική μαγιά για μια προοδευτική αμφισβήτηση των νεοφιλελεύθερων, συντηρητικών και αυταρχικών συνάμα, επιλογών της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, οδηγώντας στην πρωτοφανή εκλογική επιτυχία ενός κόμματος της Αριστεράς. Το γεγονός ότι το πολιτικό υποκείμενο των «πλατείων» («πλήθος») εγκλωβίστηκε στην «ανάθεση» υπό την προσδοκία του «σκισίματος των Μνημονίων» από τον ΣΥΡΙΖΑ, με αποτέλεσμα την τραυματική ήττα του Ιουλίου 2015 είναι κάτι που οφείλεται λιγότερο στην έλλειψη πολιτικού λόγου από τους «Αγανακτισμένους» και περισσότερο στη διαχειριστική (ρεαλιστική και οπορτουνιστική ταυτόχρονα) στροφή του κόμματος-κορμού της Αριστεράς από τις εκλογές του Ιουνίου 2012 και πέρα. Τα δε συλλαλητήρια, ιδωμένα υπό το πρίσμα της τραυματικής εμπειρίας του 1992, οδήγησαν σε μια τεράστια χαμένη ευκαιρία για αμοιβαία επίλυση ενός ζητήματος που εξακολουθεί να στοιχειώνει το συλλογικό φαντασιακό, γιγαντώνοντας τις εκατέρωθεν εθνικιστικές και αλυτρωτικές επιδιώξεις.
Η ταυτόσημη καταδίκη των «αγανακτισμένων» και των «μακεδονομάχων», ως εθνολαϊκιστικών δυνάμεων που μάχονται τη μετριοπάθεια της «κοινής λογικής» (οι «δύο Ελλάδες» του Διαμαντούρου στο concept της «κρίσης») υποκρύπτει μια βαθιά περιφρόνηση του λαού ως κυρίαρχου πολιτικού υποκειμένου. Στο όνομα των μαζικών, ανορθολογικών παρεκκλίσεων του «πλήθους» ανοίγει το παράθυρο για μια περαιτέρω εμβάθυνση της τεχνοκρατικής διακυβέρνησης ως διαχείριση επιμεριστικών/ιδιωτικών συμφερόντων και όχι πια ως πολιτική αντιπαράθεση επί δημόσιων ζητημάτων. Έτσι, η απόρριψη των «πλατειών» και του «Μακεδονικού» εκφεύγει εντελώς από την εμπεριστατωμένη εξέταση των διακριτών αιτημάτων και χρησιμοποιείται εργαλειακά, συνθηματολογικά για την αυτοδικαίωση της μνημονιακής αφήγησης.
Ασφαλώς, υπήρχαν αδιέξοδα στην τροπή που πήρε το «κίνημα των Αγανακτισμένων». Το κυριότερο πρόβλημα μιας καταρχήν χειραφετητικής πρωτοβουλίας ήταν η καθήλωση στην αγανάκτηση, η απουσία ενός νέου πολιτικού οράματος και η αναζήτηση του –κατά Weber- «δημοψηφισματικά εκλεγμένου ηγέτη» στους εθνικούς-λαϊκούς «ήρωες» των «πλατειών».
Κάτω από την επιφάνεια του «Μακεδονικού», δηλαδή τον εθνικιστικό παροξυσμό και την εκ νέου απενοχοποίηση του φασισμού, υφίσταται ένα βαθύ τραύμα που διαπερνά ως παθολογία ολόκληρο το πολιτικό φάσμα (Δεξιά-Κέντρο-Αριστερά). Οι συντηρητικές, οι εκσυγχρονιστικές και οι ριζοσπαστικές δυνάμεις αναζητούν τον μεγάλο τιμονιέρη (Φραγκούλης, Μακρόν, Κωνσταντοπούλου αντίστοιχα) που θα ηγηθεί στον ανειρήνευτο αγώνα για την αποκατάσταση της εκάστοτε ιδεολογικής εκδοχής της «ελληνικότητας» (εθνική, κοσμοπολίτικη, λαϊκή) και θα πράξει τα «δέοντα» μέχρι τον τελικό αυτό σκοπό. Με αυτό τον τρόπο, όμως, η πολιτική προσλαμβάνεται ως ένα μετα-δημοκρατικό παίγνιο, χάνοντας την ουσία της, δηλαδή την ενεργό ανάμιξη και ιδεολογική σύγκρουση μιας (ταξικά διαστρωματωμένης) κοινωνίας των πολιτών. Η «ενάρετη διακυβέρνηση», ανατεθειμένη από το «πλήθος» ή από τις «ελίτ», σε κάποιον/α «εθνάρχη», «σώφρονα» ή «λαοκράτη», πλήττει, συνεπώς, καίρια τόσο τον κοινοβουλευτισμό (οιονεί αμεσοδημοκρατική νομιμοποίηση των κυβερνώντων) όσο και τη δημοκρατία («από τα πάνω» διαμόρφωση και διαχείριση παθών και συμφερόντων).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου